Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τη νουβέλα "Εl Lucero de Malaga", (μτφ. Το άστρο της Μάλαγα), του μεξικανού συγγραφέα Manuel Payno, που δημοσιεύτηκε το 1871, στη συλλογή διηγημάτων του,Tardes Nubladas. Πρόκειται για την περιπέτεια της Πακίτα, μιας όμορφης νέας κοπέλας από τη Μάλαγα, που περνάει κατά τη διάρκεια ενός επεισοδιακού ταξιδιού της στη Μεσόγειο, μερικά χρόνια στη Φολέγανδρο, όπου ερωτεύεται τον Απολλόδωρο, γιο ενός πειρατή που κατοικεί στο νησί.
[...]Η πειρατική γολέτα έβαλε πλώρη προς το εσωτερικό του Αρχιπελάγους, άνοιξε τα πανιά της, και έπειτα από έξι ώρες πλεύσης, πλησίαζε στο νησί της Πολυκάνδρου. Εκεί ήταν το αρχοντικό του πειρατή. Στην πλαγιά ενός λόφου καλυμμένου με φυτά, υπήρχε ένα σπίτι, στην κατασκευή του οποίου μπορούσε κανείς να παρατηρήσει την καθαρή και λιτή αρχιτεκτονική της Ελλάδας. Μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία λιμνούλα με κρυστάλινο νερά, γεμάτη ψάρια και επικαλυμμένη με φύλλα χρυσού, ασημιού και σμάλτου από τη θάλασσα του Μαρμαρά. Το σπίτι και η λίμνη ήταν περιτρυγυρισμένα από συστάδες από πλατάνια, ακακίες και πικροδάφνες. Όποιος και να έβλεπε αυτό το τόσο όμορφο, ήρεμο, και ευτυχισμένο αρχοντικό θα πίστευε ότι άνηκε σε κάποιον από εκείνους τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, και όχι σε έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή ήταν η μάχη και ο κίνδυνος. Μόλις είδαν από το παρατηρητήριο του αρχοντικού ότι πλησίαζε το "Επαμεινώνδας"- που ήταν το όνομα της φοβερής γολέτας και που έφερνε στη μνήμη έναν από τους καλύτερους και πιο γενναίους πολεμιστές- σύσσωμη η οικογένεια του καπετάνιου ξείκνησε για την ακτή για να τον υποδεχτεί. Οι σκλάβοι και οι ναυτικοί ασχολούνταν με το ξεφόρτωμα της γολέτας, ενώ η οικογένεια υποδεχόταν θερμά των πειρατή. H οικογένεια αποτελούνταν από ένα νέο περίπου είκοσι ετών, με δροσερή επιδερμίδα, και με αυτήν την όμορφη και γενναία φυσιογνωμία που χαρακτηρίζει τους νέους της Ελλάδας. Λεγόταν Απολλόδωρος: Η Ευφορία, η αδερφή του, ήταν δεκαέξι ετών, και η ομορφιά της μπορούσε να συγκριθεί με τις νύμφες που έβγαιναν από τα νερά της Αργεντινής, για να παρευρεθούν σε συμπόσια θεών και να ομορφύνουν τους έρωτες και τις γιορτές τους. Τα μάτια της ήταν σχιστά, η μύτη της είχε αυτό το ελληνικό σχήμα, το δέρμα της απαλότατο, τα χαρακτηριστικά της όλα λεπτεπίλεπτα, στρογγυλά και με συμμετρικές αναλογίες. Η Ευφορία είχε στο βλέμμα της μια ιδιαίτερη στενάχωρη έκφραση, στο χαμόγελό της μια γλυκιά μελαγχολία, και στο βάδισμά της μία γοητευτική εγκατάλειψη.
Όταν ο πειρατής πάτησε το πόδι του στη στεριά, τα δυο του παιδιά κρεμάστηκαν στο λαιμό του, και φιλώντας το μέτωπό του τον οδήγησαν στο σπίτι τους, όπου σε λίγα λεπτά παρουσιαζόταν η Πακίτα.
XI
Το φως, το κλίμα, ο ουρανός της Ιωνίας, έκαναν να γεννηθεί στην Πακίτα ένα συναίσθημα που δεν είχε γνωρίσει: ο έρωτας. Έπειτα από μερικά χρόνια που έμενε στο νησί της Πολυκάνδρου, αφού έμαθε τη γλώσσα και την ιστορία της Ελλάδας, η Πακίτα ήταν ερωτευμένη σφόδρα με τον Απολλόδωρο, αλλά και εκείνος εξίσου υπέφερε από ένα έντονο πάθος γι'αυτήν. Η Ευφορία αγαπούσε την Πακίτα σαν αδερφή της, και ο γερο-πειρατής την θεωρούσε οικογένειά του. Έτσι, ο δεσμός έμελλε να επισημοποιηθεί, όπως και αυτός της Ευφορίας με έναν άλλο νέο από το νησί της Μήλου.
XII
Tην κανονισμένη μέρα για τους γάμους των δύο κοριτσιών, όλα ήταν τακτοποιημένα και χαρμόσυνα. Πολλές κοπέλες από τα γειτονικά νησιά είχαν έρθει να παραστούν στους γάμους. Το σπίτι ήταν αστραφτερό και στολισμένο με γιρλάντες από λουλούδια: τα κορίτσια χτενισμένα, με τα ρούχα τους πιο άσπρα και από το χιόνι, κατηφόριζαν την πλαγιά, ενώ ακόμα και τα ψάρια της λίμνης έπαιρναν μέρος στη χαρά του αφεντικού τους. Θα αναβίωναν σε αυτήν τη τελετή σκηνές γεμάτες ποίηση και καθαρότητα των αρχαίων χρόνων. Το πρωί πέρασε με τις προετοιμασίες, και η τελετή θα λάμβανε χώρα την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Η Πακίτα ήταν εντυπωσιακή: είχε αντικαταστήσει τα φορέματα της Μάλαγα με την ελληνική φορεσιά, και τα δύο χρόνια έρωτα και ανείπωτης καλοπέρασης, που ευνοείται από το κλίμα της Ιωνίας, είχαν ομορφύνουν τη μορφή της, δίνοντας στο δέρμα της ένα ροδαλό χρώμα και στα φλογερά μάτια της μια μαγική και απροσδιόριστη λάμψη. Αλλά αυτή τη μέρα ακριβώς που θα άγγιζε την ευτυχία, η ανάμνηση των γονιών της που τόσο την αγαπούσαν, ήρθε και γέμισε στεναχώρια την καρδιά της. Έκρυψε τη λύπη της από τον άντρα της, αλλά τη στιγμή που στολίζονταν, εκείνη και η Ευφορία, μούσκεψαν στα δάκρυα τις ροδοδάφνες και τα κρίνα που στόλιζαν το μπουντουάρ. - Ο ήλιος έπεφτε, οι ζεστές του ακτίνες άναβαν τα νερά της θάλασσας, και το αεράκι της νύχτας που άρχιζε να φυσάει, έφερνε αρώματα από το νησί της Κύπρου, της Σάμου και της Κω, λες και ακόμα και σήμερα, σε καιρό δυστυχίας και πόνου, οι θεοί να τοποθετούσαν το αρχοντικό στην πατρίδα του Ομήρου.
Στο σπίτι του πειρατή ήταν αναμμένα τα ασημένια καντήλια, έβγαιναν στήλες καπνού, η μουσική προανήγγειλε τις χαρές, και τα γέλια χαράς ακουγόνταν στις συστάδες των ακακιών και των μύρτων. Ένας υπηρέτης μπήκε, μίλησε χαμηλόφωνα με τον πειρατή, που ήταν ξαπλωμένος σε ένα άνετο ντιβάνι από τη Δαμασκό. Η έκφραση του προσώπου του πειρατή αλλάζουν ξαφνικά: ένα πικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του: σηκώνεται και φεύγει μαζί με τον υπηρέτη. Όσοι παρακολούθησαν αυτή τη σκηνή, πάγωσαν από το φόβο τους, καθώς ήξεραν ότι κάτι φοβερό θα συνέβαινε. Ο πειρατής και ο σκλάβος κατευθύνθηκαν ήσυχα προς ένα απότομο βράχο, που βρισκόταν στην άκρη της ακτής, και από εκεί με το έμπειρο βλέμμα των ναυτικών παρατήρησαν τον ορίζοντα.
- Δε χωράει αμφιβολία, αυτοί είναι, είπε ο πειρατής, και μέσα σε μια ώρα θα έχουν φτάσει εδώ.
Με σταθερό βήμα κατέβηκε από το βράχο, και κατευθύνθηκε στους δικούς τους, έδωσε τις οδηγίες του, και με μια παγωμένη ψυχραιμία ξανακάθισε στο ντιβάνι του, μουρμουρίζοντας ανάμεσα στα δόντια του: καταστράφηκα, καταστράφηκα, οι άνθρωποί μου δεν είναι εδώ! Η γολέτα "Επαμεινώνδας" είχε φύγει μερικές μέρες νωρίτερα με τον καλύτερο κόσμο της Πολυκάνδρου. [...]
Συνεχίζεται.
Ελεύθερη Μετάφραση: του Αρχείου για τη Φολέγανδρο, Ε.Κ.Ε.
Ένα κομμάτι από το πρωτότυπο στα ισπανικά:
La goleta pirata puso la proa al interior del Archipiélago, desplegó sus velas, y antes de seis horas de navegacion, avistaron la isla de Policandro. Allí era la mansion del pirata. En el declive de una colina cubierta de césped habia una casa, en cuya cons truccion se podia notar la pura y sencilla arquitectu ra de la Grecia. Frente de la casa habia un estanque de agua cristalina, poblado de los peces de escamas de oro, plata, y esmalte del mar de Marmara; y casa y es tanque estaban rodeados de bosquecillos, de sicómo ros, de acacias y de laurel -rosa. Cualquiera que hu biese visto esta mansion tan bella, tan tranquila, tan feliz, hubiera creido que pertenecía á uno de esos filó sofos de la antigüedad, y no á un hombre cuya vida era el combate y el peligro. Apenas observaron del mi rador de la casa que se acercaba la «Epaminondas», que era el nombre de la temible goleta, y que recor daba la memoria de uno de los mejores y mas valien tes guerreros, cuando la familia toda del capitan salió á la playa á recibirlo. Los esclavos y marineros se ocu paron de descargar la goleta, y la familia de abrazar tiernamente al pirata. La familia se componia de un joven como de veinte años, de tez fresca, y de esa be llísima y varonil fisonomía que distingue á los hijos de la Grecia. Se llamaba Apolodoro: Eufora, su herma na, tenia diez y seis años, y su hermosura podia com pararse á la de las ninfas que salían del fondo argen tino de las aguas, para asistir á los banquetes de los dioses y alegrar sus amores y festines. Sus ojos eran rasgados, su nariz de esa forma griega, su tez suavísimilagrosas. La goleta pirata puso la proa al interior del Archipiélago, desplegó sus velas, y antes de seis horas de navegacion, avistaron la isla de Policandro. Allí era la mansion del pirata. En el declive de una colina cubierta de césped habia una casa, en cuya cons truccion se podia notar la pura y sencilla arquitectu ra de la Grecia. Frente de la casa habia un estanque de agua cristalina, poblado de los peces de escamas de oro, plata, y esmalte del mar de Marmara; y casa y es tanque estaban rodeados de bosquecillos, de sicómo ros, de acacias y de laurel -rosa. Cualquiera que hu biese visto esta mansion tan bella, tan tranquila, tan feliz, hubiera creido que pertenecía á uno de esos filó sofos de la antigüedad, y no á un hombre cuya vida era el combate y el peligro. Apenas observaron del mi rador de la casa que se acercaba la «Epaminondas», que era el nombre de la temible goleta, y que recor daba la memoria de uno de los mejores y mas valien tes guerreros, cuando la familia toda del capitan salió á la playa á recibirlo. Los esclavos y marineros se ocu paron de descargar la goleta, y la familia de abrazar tiernamente al pirata. La familia se componia de un joven como de veinte años, de tez fresca, y de esa be llísima y varonil fisonomía que distingue á los hijos de la Grecia. Se llamaba Apolodoro. [...]
Ολόκληρο το βιβλίο από το πρωτότυπο εδώ. (το διήγημα στη σελίδα 267).
Για το Μanuel Payno, διαβάστε εδώ, και εδώ.
[...]Η πειρατική γολέτα έβαλε πλώρη προς το εσωτερικό του Αρχιπελάγους, άνοιξε τα πανιά της, και έπειτα από έξι ώρες πλεύσης, πλησίαζε στο νησί της Πολυκάνδρου. Εκεί ήταν το αρχοντικό του πειρατή. Στην πλαγιά ενός λόφου καλυμμένου με φυτά, υπήρχε ένα σπίτι, στην κατασκευή του οποίου μπορούσε κανείς να παρατηρήσει την καθαρή και λιτή αρχιτεκτονική της Ελλάδας. Μπροστά από το σπίτι υπήρχε μία λιμνούλα με κρυστάλινο νερά, γεμάτη ψάρια και επικαλυμμένη με φύλλα χρυσού, ασημιού και σμάλτου από τη θάλασσα του Μαρμαρά. Το σπίτι και η λίμνη ήταν περιτρυγυρισμένα από συστάδες από πλατάνια, ακακίες και πικροδάφνες. Όποιος και να έβλεπε αυτό το τόσο όμορφο, ήρεμο, και ευτυχισμένο αρχοντικό θα πίστευε ότι άνηκε σε κάποιον από εκείνους τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, και όχι σε έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή ήταν η μάχη και ο κίνδυνος. Μόλις είδαν από το παρατηρητήριο του αρχοντικού ότι πλησίαζε το "Επαμεινώνδας"- που ήταν το όνομα της φοβερής γολέτας και που έφερνε στη μνήμη έναν από τους καλύτερους και πιο γενναίους πολεμιστές- σύσσωμη η οικογένεια του καπετάνιου ξείκνησε για την ακτή για να τον υποδεχτεί. Οι σκλάβοι και οι ναυτικοί ασχολούνταν με το ξεφόρτωμα της γολέτας, ενώ η οικογένεια υποδεχόταν θερμά των πειρατή. H οικογένεια αποτελούνταν από ένα νέο περίπου είκοσι ετών, με δροσερή επιδερμίδα, και με αυτήν την όμορφη και γενναία φυσιογνωμία που χαρακτηρίζει τους νέους της Ελλάδας. Λεγόταν Απολλόδωρος: Η Ευφορία, η αδερφή του, ήταν δεκαέξι ετών, και η ομορφιά της μπορούσε να συγκριθεί με τις νύμφες που έβγαιναν από τα νερά της Αργεντινής, για να παρευρεθούν σε συμπόσια θεών και να ομορφύνουν τους έρωτες και τις γιορτές τους. Τα μάτια της ήταν σχιστά, η μύτη της είχε αυτό το ελληνικό σχήμα, το δέρμα της απαλότατο, τα χαρακτηριστικά της όλα λεπτεπίλεπτα, στρογγυλά και με συμμετρικές αναλογίες. Η Ευφορία είχε στο βλέμμα της μια ιδιαίτερη στενάχωρη έκφραση, στο χαμόγελό της μια γλυκιά μελαγχολία, και στο βάδισμά της μία γοητευτική εγκατάλειψη.
Όταν ο πειρατής πάτησε το πόδι του στη στεριά, τα δυο του παιδιά κρεμάστηκαν στο λαιμό του, και φιλώντας το μέτωπό του τον οδήγησαν στο σπίτι τους, όπου σε λίγα λεπτά παρουσιαζόταν η Πακίτα.
XI
Το φως, το κλίμα, ο ουρανός της Ιωνίας, έκαναν να γεννηθεί στην Πακίτα ένα συναίσθημα που δεν είχε γνωρίσει: ο έρωτας. Έπειτα από μερικά χρόνια που έμενε στο νησί της Πολυκάνδρου, αφού έμαθε τη γλώσσα και την ιστορία της Ελλάδας, η Πακίτα ήταν ερωτευμένη σφόδρα με τον Απολλόδωρο, αλλά και εκείνος εξίσου υπέφερε από ένα έντονο πάθος γι'αυτήν. Η Ευφορία αγαπούσε την Πακίτα σαν αδερφή της, και ο γερο-πειρατής την θεωρούσε οικογένειά του. Έτσι, ο δεσμός έμελλε να επισημοποιηθεί, όπως και αυτός της Ευφορίας με έναν άλλο νέο από το νησί της Μήλου.
XII
Tην κανονισμένη μέρα για τους γάμους των δύο κοριτσιών, όλα ήταν τακτοποιημένα και χαρμόσυνα. Πολλές κοπέλες από τα γειτονικά νησιά είχαν έρθει να παραστούν στους γάμους. Το σπίτι ήταν αστραφτερό και στολισμένο με γιρλάντες από λουλούδια: τα κορίτσια χτενισμένα, με τα ρούχα τους πιο άσπρα και από το χιόνι, κατηφόριζαν την πλαγιά, ενώ ακόμα και τα ψάρια της λίμνης έπαιρναν μέρος στη χαρά του αφεντικού τους. Θα αναβίωναν σε αυτήν τη τελετή σκηνές γεμάτες ποίηση και καθαρότητα των αρχαίων χρόνων. Το πρωί πέρασε με τις προετοιμασίες, και η τελετή θα λάμβανε χώρα την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Η Πακίτα ήταν εντυπωσιακή: είχε αντικαταστήσει τα φορέματα της Μάλαγα με την ελληνική φορεσιά, και τα δύο χρόνια έρωτα και ανείπωτης καλοπέρασης, που ευνοείται από το κλίμα της Ιωνίας, είχαν ομορφύνουν τη μορφή της, δίνοντας στο δέρμα της ένα ροδαλό χρώμα και στα φλογερά μάτια της μια μαγική και απροσδιόριστη λάμψη. Αλλά αυτή τη μέρα ακριβώς που θα άγγιζε την ευτυχία, η ανάμνηση των γονιών της που τόσο την αγαπούσαν, ήρθε και γέμισε στεναχώρια την καρδιά της. Έκρυψε τη λύπη της από τον άντρα της, αλλά τη στιγμή που στολίζονταν, εκείνη και η Ευφορία, μούσκεψαν στα δάκρυα τις ροδοδάφνες και τα κρίνα που στόλιζαν το μπουντουάρ. - Ο ήλιος έπεφτε, οι ζεστές του ακτίνες άναβαν τα νερά της θάλασσας, και το αεράκι της νύχτας που άρχιζε να φυσάει, έφερνε αρώματα από το νησί της Κύπρου, της Σάμου και της Κω, λες και ακόμα και σήμερα, σε καιρό δυστυχίας και πόνου, οι θεοί να τοποθετούσαν το αρχοντικό στην πατρίδα του Ομήρου.
Στο σπίτι του πειρατή ήταν αναμμένα τα ασημένια καντήλια, έβγαιναν στήλες καπνού, η μουσική προανήγγειλε τις χαρές, και τα γέλια χαράς ακουγόνταν στις συστάδες των ακακιών και των μύρτων. Ένας υπηρέτης μπήκε, μίλησε χαμηλόφωνα με τον πειρατή, που ήταν ξαπλωμένος σε ένα άνετο ντιβάνι από τη Δαμασκό. Η έκφραση του προσώπου του πειρατή αλλάζουν ξαφνικά: ένα πικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του: σηκώνεται και φεύγει μαζί με τον υπηρέτη. Όσοι παρακολούθησαν αυτή τη σκηνή, πάγωσαν από το φόβο τους, καθώς ήξεραν ότι κάτι φοβερό θα συνέβαινε. Ο πειρατής και ο σκλάβος κατευθύνθηκαν ήσυχα προς ένα απότομο βράχο, που βρισκόταν στην άκρη της ακτής, και από εκεί με το έμπειρο βλέμμα των ναυτικών παρατήρησαν τον ορίζοντα.
- Δε χωράει αμφιβολία, αυτοί είναι, είπε ο πειρατής, και μέσα σε μια ώρα θα έχουν φτάσει εδώ.
Με σταθερό βήμα κατέβηκε από το βράχο, και κατευθύνθηκε στους δικούς τους, έδωσε τις οδηγίες του, και με μια παγωμένη ψυχραιμία ξανακάθισε στο ντιβάνι του, μουρμουρίζοντας ανάμεσα στα δόντια του: καταστράφηκα, καταστράφηκα, οι άνθρωποί μου δεν είναι εδώ! Η γολέτα "Επαμεινώνδας" είχε φύγει μερικές μέρες νωρίτερα με τον καλύτερο κόσμο της Πολυκάνδρου. [...]
Συνεχίζεται.
Ελεύθερη Μετάφραση: του Αρχείου για τη Φολέγανδρο, Ε.Κ.Ε.
Ένα κομμάτι από το πρωτότυπο στα ισπανικά:
La goleta pirata puso la proa al interior del Archipiélago, desplegó sus velas, y antes de seis horas de navegacion, avistaron la isla de Policandro. Allí era la mansion del pirata. En el declive de una colina cubierta de césped habia una casa, en cuya cons truccion se podia notar la pura y sencilla arquitectu ra de la Grecia. Frente de la casa habia un estanque de agua cristalina, poblado de los peces de escamas de oro, plata, y esmalte del mar de Marmara; y casa y es tanque estaban rodeados de bosquecillos, de sicómo ros, de acacias y de laurel -rosa. Cualquiera que hu biese visto esta mansion tan bella, tan tranquila, tan feliz, hubiera creido que pertenecía á uno de esos filó sofos de la antigüedad, y no á un hombre cuya vida era el combate y el peligro. Apenas observaron del mi rador de la casa que se acercaba la «Epaminondas», que era el nombre de la temible goleta, y que recor daba la memoria de uno de los mejores y mas valien tes guerreros, cuando la familia toda del capitan salió á la playa á recibirlo. Los esclavos y marineros se ocu paron de descargar la goleta, y la familia de abrazar tiernamente al pirata. La familia se componia de un joven como de veinte años, de tez fresca, y de esa be llísima y varonil fisonomía que distingue á los hijos de la Grecia. Se llamaba Apolodoro: Eufora, su herma na, tenia diez y seis años, y su hermosura podia com pararse á la de las ninfas que salían del fondo argen tino de las aguas, para asistir á los banquetes de los dioses y alegrar sus amores y festines. Sus ojos eran rasgados, su nariz de esa forma griega, su tez suavísimilagrosas. La goleta pirata puso la proa al interior del Archipiélago, desplegó sus velas, y antes de seis horas de navegacion, avistaron la isla de Policandro. Allí era la mansion del pirata. En el declive de una colina cubierta de césped habia una casa, en cuya cons truccion se podia notar la pura y sencilla arquitectu ra de la Grecia. Frente de la casa habia un estanque de agua cristalina, poblado de los peces de escamas de oro, plata, y esmalte del mar de Marmara; y casa y es tanque estaban rodeados de bosquecillos, de sicómo ros, de acacias y de laurel -rosa. Cualquiera que hu biese visto esta mansion tan bella, tan tranquila, tan feliz, hubiera creido que pertenecía á uno de esos filó sofos de la antigüedad, y no á un hombre cuya vida era el combate y el peligro. Apenas observaron del mi rador de la casa que se acercaba la «Epaminondas», que era el nombre de la temible goleta, y que recor daba la memoria de uno de los mejores y mas valien tes guerreros, cuando la familia toda del capitan salió á la playa á recibirlo. Los esclavos y marineros se ocu paron de descargar la goleta, y la familia de abrazar tiernamente al pirata. La familia se componia de un joven como de veinte años, de tez fresca, y de esa be llísima y varonil fisonomía que distingue á los hijos de la Grecia. Se llamaba Apolodoro. [...]
Ολόκληρο το βιβλίο από το πρωτότυπο εδώ. (το διήγημα στη σελίδα 267).
Για το Μanuel Payno, διαβάστε εδώ, και εδώ.
